Skip to content

Κρητική Αναγέννηση

Πίνακας περιεχομένων

Η Κρήτη από το 13ο μέχρι τον 17ο αιώνα αποτέλεσε το σημείο συνάντησης Ανατολής και Δύσης. Παράγωγο της δημιουργικής συνύπαρξης της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης, η οποία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μαγνήτισε πολλές δυνάμεις της στη μεγαλόνησο, με την βενετική πολιτιστική παράδοση, η οποία διαμορφώθηκε μέσα από το κίνημα της Ιταλικής Αναγέννησης από το 14ο μέχρι το 16ο αιώνα, ήταν η λεγόμενη από ορισμένους ερευνητές Κρητική Αναγέννηση, η οποία τοποθετείται από τον 15ο ή τις αρχές του 16ου αιώνα μέχρι την οθωμανική κατάκτηση το 1669.

Ευγενείς Έλληνες Κρητικοί μιλούσαν και έγραφαν ιταλικά, ταξίδευαν και σπούδαζαν στην Ιταλία και υιοθετούσαν δυτικούς τρόπους ζωής. Πολλοί Βενετοί Κρητικοί μιλούσαν πλέον ελληνικά και ζούσαν σύμφωνα με τον ελληνικό τρόπο ζωής. Έλληνες τυπογράφοι στην Ιταλία ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα άρχισαν να ασχολούνται συστηματικά με την έκδοση ελληνικών δημωδών κειμένων. Ένας σεβαστός κύκλος Ελλήνων και Βενετών με κλασική μόρφωση, καλλιτεχνική αντίληψη, επιστημονικές γνώσεις και ουμανιστική φιλοσοφία ανέδειξαν την Κρήτη ως κέντρο παιδείας και πολιτισμού και διέδωσαν στην Ευρώπη την ελληνική γραμματεία και καλλιτεχνική παραγωγή. Η πνευματική ζωή, ιδίως των αστικών κέντρων, βεβαιώνεται από τη λειτουργία ακαδημιών που ίδρυαν διανοούμενοι με σκοπό τη μελέτη φιλολογικών, φιλοσοφικών και ιστορικών θεμάτων και την καλλιέργεια των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Η Ακαδημία των Vivi ιδρύθηκε το 1562 στο Ρέθυμνο από τον μαθηματικό και αστρονόμο Francesco Barozzi, η Ακαδημία των Stravaganti το 1591 στο Χάνδακα από τον ιστορικό και συγγραφέα Ανδρέα Κορνάρο και η Ακαδημία των Sterili περί το 1637 στα Χανιά.

Η θεωρούμενη ως Κρητική Αναγέννηση, με αφομοίωση των ευρωπαϊκών και κυρίως των ιταλικών προτύπων και την προσαρμογή τους στην πνευματική και πολιτιστική παράδοση του νησιού, συνήθως ξεπερνώντας σε ποιότητα τα άμεσα ή έμμεσα πρότυπά τους, έφερε καρπούς στη λογοτεχνία, όπως την ποίηση και το θέατρο αλλά και στις τέχνες, όπως την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική και τη μουσική. Η επίδραση όλων των παραγώγων της Κρητικής Αναγέννησης ήταν καθοριστική στη διαμόρφωση του νεοελληνικού πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου.

Λογοτεχνία και θέατρο

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης έχοντας τις βάσεις της στη βυζαντινή παράδοση και τη μεσαιωνική ποίηση της Δύσης, κορυφώθηκε σε ποσότητα και ποιότητα την περίοδο της Αναγέννησης, με αξιοσημείωτη άνθηση του θεατρικού λόγου. Τα περισσότερα κείμενα ήταν έμμετρα με εξαιρετική μαεστρία στη χρήση των μετρικών φαινομένων, μεταμόρφωσαν την κρητική διάλεκτο σε λογοτεχνική γλώσσα και γνώρισαν μεγάλη διάδοση στο ελληνικό κοινό.

Τα σημαντικότερα έργα της περιόδου ακμής της Κρητικής λογοτεχνίας και του θεάτρου είναι η τραγωδία Ερωφίλη του Γεώργιου Χορτάτζη, οι κωμωδίες Κατσούρμπος του Χορτάτζη και Φορτουνάτος του Μαρκαντωνίου Φώσκολου, το ποιμενικό δράμα Πανώρια του Χορτάτζη, το ποιμενικό ειδύλλιο Βοσκοπούλα, το θρησκευτικό δράμα Η θυσία του Αβραάμ και το μυθιστόρημα Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου.

Αξιόλογο παράδειγμα δημώδους πεζογραφίας αποτελεί η παραλλαγή/ μετάφραση του μυθιστορήματος Βαρλαάμ και Ιωάσαφ από τον Νικηφόρο Βενετζά, ενώ το σημαντικότερο ιταλόγλωσσο έργο της εποχής είναι η Historia Candiana του Ανδρέα Κορνάρου.

Αρχιτεκτονική

Η κρητική αρχιτεκτονική του 16ου και του 17ου αιώνα ανέπτυξε το δικό της μορφολογικό λεξιλόγιο μελετώντας τις θεωρητικές αρχιτεκτονικές πραγματείες της Ιταλίας, αντλώντας τεχνογνωσία από τους μηχανικούς των μεγάλων οχυρωματικών έργων και των πολεοδομικών επεμβάσεων που σχεδίασε η βενετική διοίκηση στην Κρήτη την περίοδο αυτή και μαθητεύοντας στην all’ antica αισθητική των τεχνιτών που τα υλοποίησαν.

Η αναγεννησιακή άνθηση της αρχιτεκτονικής και η διάδοση του μανιερισμού αποτυπώθηκε στην κατασκευή επιβλητικών οχυρώσεων σε στρατηγικά σημεία όπως τα τείχη του Χάνδακα και τα φρούρια της Σούδας και της Σπιναλόγκας, στην οικοδόμηση λαμπρών δημοσίων κτηρίων στα αστικά κέντρα όπως η Λότζια Ρεθύμνου και Χάνδακα, καθώς και στην ανέγερση ιδιωτικών οικημάτων, ναών, υδραγωγείων, δρόμων, κρηνών και άλλων σε όλο το νησί.

Ζωγραφική

Η θρησκευτική ζωγραφική της Κρήτης είχε ήδη από το 15ο αιώνα αποκτήσει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα ακολουθώντας τη βυζαντινή παράδοση και υιοθετώνας με εκλεκτικισμό στοιχεία της ιταλικής ζωγραφικής. Ιδίως η τέχνη των φορητών εικόνων προσαρμόστηκε στις ανάγκες του μεικτού κοινού της Κρήτης με ικανούς και ευέλικτους ζωγράφους που εκφράστηκαν τόσο κατά τη βυζαντινή αισθητική, a la greca, όσο και σε μεικτό ιδίωμα, a la latina, οδηγώντας την λεγόμενη Κρητική σχολή σε πλήρη άνθηση με παραγωγή περιζήτητη στη Δυτική Ευρώπη το 16ο και 17ο αιώνα.

Μερικοί από τους σημαντικότερους ζωγράφους ήταν οι Άγγελος Ακοτάντος, ο Ανδρέας Ρίτζος, ο Θεοφάνης Κρης, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός και ο Γεώργιος Κλόντζας. Τέκνο της Κρητικής Αναγέννησης ήταν και ο ζωγράφος Δομίνικος Θεοτοκόπουλος (1540-1614) ο οποίος μαθήτευσε στην Κρήτη και το 1567 έφυγε για τη Βενετία και μετά στο Τολέδο της Ισπανίας όπου έγινε διάσημος ως el Greco.

Η Κρητική Αναγέννηση στη Σητεία

Παρά τον αγροτικό χαρακτήρα της υπαίθρου της Κρήτης, οι ευγενείς της Σητείας τουλάχιστον τον 16ο και 17ο αιώνα είχανε άμεσες και διαρκείς επαφές με το Χάνδακα και τη Βενετία. Οικογένειες όπως των Κορνάρων, των Σαλομών, των Μπαρότσι, των Ντεμέτζων, των Μπαρμπαρίγων διέθεταν βιβλιοθήκες, έφερναν λόγιους οικοδιδάσκαλους στη Σητεία, σπούδαζαν στην Ιταλία, γνώριζαν τις εξελίξεις στη λογοτεχνία και την τέχνη, και συμμετείχαν στην πνευματική ζωή της Κρήτης και της Ιταλίας. Παράλληλα, στη Σητεία υπήρξαν ιερωμένοι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο οι οποίοι ξεχώρισαν την περίοδο αυτή όπως ο Μελέτιος Παντογάλος, μητροπολίτης Εφέσου (1631-1639) και ο αδελφός του Γαβριήλ Παντόγαλος, ηγούμενος της πλούσιας τότε, υλικά και πνευματικά, μονής Παναγίας Ακρωτηριανής (Τοπλού).

Ο σημαντικότερος αναγεννησιακός καρπός της Σητείας ήταν ο Ερωτόκριτος τον οποίο εμπνεύστηκε και έγραψε ο Βιτσέντζος Κορνάρος. Το μοναδικό ογκώδες ιταλόγλωσσο έργο κρητικής παραγωγής και ταυτόχρονα η πρώτη ιστορικοπολιτική και αρχαιολογική γεωγραφία, και μάρτυρας των ιδεολογικών ζυμώσεων της κρητικής κοινωνίας ήταν η Historia Candiana (Ιστορία της Κρήτης) του πολυγραφότατου αδελφού του ποιητή, Ανδρέα Κορνάρου.

Οι εξελίξεις στην αρχιτεκτονική και τη γλυπτική βρήκαν την απλοποιημένη έκφρασή τους σε οχυρές κατοικίες της Σητείας, όπως για παράδειγμα στη Βόιλα, τη Ζου, τα Μουλιάνα και σε μεμονωμένα εκκλησιαστικά οικοδομήματα όπως το ο ναός του Τιμίου Σταυρού στη Μονή Τοπλού. Έξοχο παράδειγμα η έπαυλη των Ντεμέτζο στην Ετιά, όπου υιοθετήθηκε το νέο μορφολογικό λεξιλόγιο με αναφορές στη μυθολογία και στην κλασική αρχιτεκτονική.