Skip to content

Γλώσσα & Απήχηση

Ο Βιτσέντζος Κορνάρος γράφει τον Ερωτόκριτο στην ελληνική γλώσσα και χρησιμοποιεί το κρητικό ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης με συνειδητή διάθεση να το κρατήσει μακριά από λόγιες και ξένες λέξεις, με άλλα λόγια από το μεικτό ιδίωμα που χρησιμοποιούν άλλοι ποιητές. Σύμφωνα με τον Στ. Ξανθουδίδη, η γλώσσα του Ερωτόκριτου είναι «γνησιωτάτη δημοτική», κυρίως γιατί αποφεύγονται οι τύποι και οι εκφραστικοί τρόποι που προσκρούουν στο νεότερο γλωσσικό ιδίωμα.

Το ποίημα οργανώνεται σε ομοιοκατάληκτα δίστιχα, ενώ δε λείπουν και οι τετραπλές ρίμες. Η έκφραση είναι προσεκτικά δουλεμένη, προκειμένου να εκφράσει τις πιο λεπτές αποχρώσεις, χωρίς όμως να χάνει ποτέ τη φυσικότητά της. Ο στίχος είναι ρυθμικός, χάρη στην ποικιλία των τόνων, τις συνιζήσεις και την τήρηση της αρμονίας στον αριθμό των λέξεων ανά στίχο και δίστιχο. Ίσως γι’ αυτό ο Γιώργος Σεφέρης κάνει λόγο για «ποιητικό βηματισμό, έναν ίσο και χαμηλό τόνο που είναι από τα πιο χαριτωμένα πράγματα που μας προσφέρει η ποίηση».

Ο Ερωτόκριτος επηρέασε τα κρητικά έργα που γράφτηκαν πριν και μετά από την άλωση του Χάνδακα. Γνώρισε όμως και ευρεία διάδοση στον λαό της Κρήτης. Σύμφωνα με τον κρητικό επιμελητή της πρώτης έκδοσης του Bortoli (1713), οι κρητικοί πρόσφυγες μετά το 1669 έπαιρναν το έργο μαζί τους στα υπάρχοντά τους. Μεγάλη επίδραση άσκησε και στο κρητικό λαϊκό δίστιχο, την ονομαζόμενη «μαντινιάδα». Η χρήση της δημώδους γλώσσας φαίνεται να ήταν η πρωταρχική αιτία της μεγάλης απήχησης του έργου στο λαϊκό αναγνωστικό κοινό και ταυτόχρονα της μείωσης του ενδιαφέροντος, των διανοουμένων στη στροφή του 18ου προς τον 19ο αιώνα. Ο Διονύσιος Φωτεινός έφτασε το 1818 να διασκευάσει τον Ερωτόκριτο στην καθαρεύουσα και να τον εκδώσει στη Βιέννη με τον τίτλο «Νέος Ερωτόκριτος».

Η διάδοση του έργου στον λαό οδήγησε την φιλολογική κριτική σε νέες προσεγγίσεις, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Εκτενή αποσπάσματα του Ερωτόκριτου απομνημονεύονταν στην Κρήτη, απαγγέλλονταν σε συντροφιές και συγκεντρώσεις, μελοποιήθηκαν και αγαπήθηκαν από τον λαό. Στα Επτάνησα, στην Ηλεία, την Άμφισσα και αλλού μαρτυρούνται λαϊκές αποκριάτικες παραστάσεις διασκευασμένων τμημάτων της γκιόστρας. Ο Σεφέρης ανακαλεί τον Μάιο του 1941, την ώρα που τα Χανιά βομβαρδίζονταν από τους Γερμανούς, τους γυρολόγους βιβλιοπώλες στους δρόμους της Σμύρνης των παιδικών του χρόνων, να πουλάνε το ευτελούς έκδοσης έντυπο του Ερωτόκριτου με το «τριανταφυλλί» ή «φιστικί» εξώφυλλο. Ο ποιητής ανακαλύπτει μ’ αυτόν τον τρόπο στις φαινομενικά σπασμένες αναμνήσεις του έναν αναξιοποίητο εθνικό και υπερεθνικό θησαυρό που αβίαστα και σταθερά οδήγησε το ελληνικό έθνος από τα αρχαία ομηρικά χρόνια στον Σολωμό και τη νεωτερικότητα.