Φιλοσοφία και Αναγνώσεις
Η σύλληψη και η πρωτότυπη διαχείριση του υλικού του Ερωτόκριτου δημιουργεί ένα ευρύ πεδίο ερμηνειών και προβληματισμού. Η διαφοροποίηση του Κορνάρου από το δυτικό πρότυπό του αποτελεί μία συνειδητή επιλογή που προκαλεί τον αναγνώστη να εξετάσει προσεκτικά τις ιδέες, τα σύμβολα και τις φιλοσοφικές προεκτάσεις του έργου.
Οι προσπάθειες των μελετητών να συσχετίσουν τον Ερωτόκριτο με έργα διαφόρων ποιητών, από τον Όμηρο ως τον Αριόστο και με φιλοσόφους από τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς ως τον Επίκουρο, έχουν αποφέρει ενδείξεις τέτοιας επιρροής, ωστόσο το έργο παραμένει μια πολλαπλώς πρωτότυπη σύνθεση. Ακόμα και η δυσκολία να ταξινομηθεί ο Ερωτόκριτος ως γραμματολογικό είδος, μάλλον επιβεβαιώνει πως πρόκειται για μια ιδιότυπη τομή στα ευρωπαϊκά γράμματα, μια δυσταξινόμητη λογοτεχνία. Το «έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα», με βάση τον επικρατέστερο ορισμό -του Στ. Αλεξίου-, εμπεριέχει ταυτόχρονα ένα αρμονικό σύνολο από φιλοσοφικές, ηθικές, πολιτικές και κοινωνικές απόψεις.
Οι νεοπλατωνικές αναζητήσεις των μελών της Ακαδημίας των Stravaganti, με την οποία συνδεόταν ο Κορνάρος, επηρέασαν πιθανότατα το έργο του. Οι ήρωες αγωνίζονται στον στίβο των ηθικών αρετών, ελέγχουν τα πάθη τους και με τη βοήθεια της «αμάλαγης φιλιάς» και της αταλάντευτης προσήλωσης στο αγνό και το ιδανικό, καταξιώνονται. Συγκεκριμένα ο Ερωτόκριτος ωριμάζει και αλλάζει στην εξορία. Χάνοντας την ομορφιά και την ευφράδεια του, απελευθερώνεται από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που τον κάνουν ελκυστικό και στηρίζεται στη γενναιότητα και τη γενναιοδωρία του (σώζει το βασιλιά που τον εξόρισε) και με αυταπάρνηση δε διστάζει να φτάσει στο κατώφλι του θανάτου προκειμένου να υπερασπιστεί αυτά που του επιβάλει το καθήκον. Ο ήρωας που μέσα από την απομάκρυνση, την περιπλάνηση, τις περιπέτειες και την ψυχική δοκιμασία του φτάνει σε ένα είδος ψυχικής τελείωσης, συνδέεται με την πλατωνική αναζήτηση ενός ανώτατου προτύπου ηθικής συμπεριφοράς που οδηγεί στην ευτυχία. Συνδέεται όμως και με την αριστοτελική «εντελέχεια». Αλλά και η λειτουργία της φύσης στον Ερωτόκριτο αποκτά ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Η παρουσία του Ήλιου και των Άστρων, οι συνεχώς παρούσες φυσικές δυνάμεις, η λάμψη της φωτιάς που τραβά το ψυχάρι στην καταστροφή αλλά και στην κάθαρση αποτελούν πλατωνικές απηχήσεις.
Μήπως όμως και στη μουσική που αποτελεί το μέσο πραγμάτωσης ενός έρωτα ex auditu στο συγκεκριμένο έργο μπορούμε να ανιχνεύσουμε την πυθαγόρεια αντίληψη για την αρμονία του σύμπαντος; Τα τραγούδια του Ερωτόκριτου έχουν μια θεραπευτική λειτουργία και η Αρετούσα αρκείται σε αυτά για να συμπεράνει την ποιότητα και την ηθική ανωτερότητα του άγνωστου δημιουργού τους. Από το αισθητό εικάζει το υπεραισθητό σαν να ισχύει η ευθεία αναλογία ανάμεσα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο που περιέγραψε ο Πυθαγόρας.
Η σύγχρονη έρευνα θέτοντας καινούργιες θεωρήσεις και προοπτικές του έργου, εστιάζει ακόμα στην επίδραση του Επίκουρου η οποία μπορεί να έφτασε στον Κορνάρο μέσω του Λουκρήτιου. Ο βαθύς στοχασμός γύρω από «τη φύση των πραγμάτων» και τη μεταβλητότητα της ζωής διαπνέει ολόκληρο το έργο: Η δουλεία, η φτώχεια και τα πλούτη έρχονται και χάνονται αφήνοντας αναλλοίωτη την ουσία, την αλήθεια των πραγμάτων.
Ωστόσο, ο ποιητικός ορίζοντας του Ερωτόκριτου κλείνει μέσα του έναν βαθύ ανθρωπισμό που εκφράζει τόσο τις αναζητήσεις και τον πνευματικό αγώνα του αναγεννησιακού ανθρώπου, όσο και τον ανοιχτό χαρακτήρα του ελληνικού πολιτισμού, παραμένοντας ταυτόχρονα λόγιο και λαϊκό έργο, με χαρακτηριστικά δημοτικού τραγουδιού. Οι προσωπικές αρετές, οι ατομικές επιλογές, το αυτεξούσιο του ανθρώπου ενάντια στους περιορισμούς των κοινωνικών συμβάσεων θεμελιώνουν την ευρωπαϊκή-ουμανιστική ταυτότητα του έργου. Στην Αναγέννηση της Κρήτης και του Κορνάρου όμως, η απελευθέρωση συνυπάρχει με το μέτρο, επειδή οι αξίες της ήταν διπολικές, είχαν γκάζι, μα είχαν και φρένο, φρόνηση.
Πρωτοπόρα ακόμα και για την εποχή της Αναγέννησης είναι η κεντρική θέση της Αρετούσας στο έργο. Εκείνη, κυρία του εαυτού της, παίρνει όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες να συναντήσει τον Ερωτόκριτο αλλά και να επισημοποιήσει τη σχέση τους. Βασανίζεται, ταπεινώνεται, φυλακίζεται καθώς αντιστέκεται όχι μόνο στις κοινωνικές συμβάσεις ή στην πατρική επιθυμία αλλά κυρίως στη βία της εξουσίας. Δίπλα σε εκείνη και ο Ερωτόκριτος αγωνίζεται ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, καταπνίγοντας στην αρχή τα συναισθήματά του, μέχρι να βρει τη δύναμη να αυτοπροσδιοριστεί και να διεκδικήσει την ευτυχία. Ο πολυδιάστατος αγώνας για το αυτεξούσιο βρίσκει την καλύτερη έκφραση στον αγώνα των δύο ερωτευμένων νέων.
Μήπως όμως υπάρχει και μια πολιτική πρόθεση ανάγνωσης του Ερωτόκριτου που ενδεχομένως συνιστά απάντηση στον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι, όπου η ηγεμονία κερδίζεται δίχως “πιβουλιά”, στον αντίποδα δηλαδή του μακιαβελικού προτάγματος που θέλει τον σκοπό να αγιάζει τα μέσα;
Οι πολλές οπτικές του ποιήματος αποδεικνύουν την πληθωρικότητα των νοημάτων και την εσωτερική του δύναμη. Ίσως γι’ αυτό κάθε αναγνώστης μπορεί να διαμορφώνει μία προσωπική σχέση με το ποίημα, να το συνδέει με τον προσωπικό του βιωματικό ορίζοντα και να το «διαβάζει» εν τέλει διαφορετικά, ως ερωτική ιστορία, ως ηρωικό έπος, ως διδακτικό αφήγημα, ως φιλοσοφικό αναστοχασμό.