Skip to content

Πρότυπο

Η κρητική λογοτεχνία στην ακμή της επηρεάζεται από την Ιταλική Αναγέννηση, γι’ αυτό και τα έργα της περιόδου βασίζονται συνήθως σε κάποιο δυτικό πρότυπο, το οποίο ωστόσο οι ποιητές αντιμετώπιζαν με τρόπο δημιουργικό και συχνά πρωτότυπο.

Οι μελετητές του Ερωτόκριτου από νωρίς διατύπωσαν διάφορες απόψεις ως προς τις πηγές και τα πρότυπά του. Κάποιοι το συσχέτιζαν με το δημοτικό τραγούδι και το παραμύθι, άλλοι με μεσαιωνικά και αναγεννησιακά ιταλικά κείμενα, με δημώδη υστεροβυζαντινά μυθιστορήματα και αρχαία κλασικά έργα που έφταναν στην βενετοκρατούμενη Κρήτη μέσω ιταλικών μεταφράσεων. Ο Στ. Ξανθουδίδης τοποθετήθηκε ανάμεσα στις δύο θεωρίες χαρακτηρίζοντας το έργο μια προσωπική δημιουργία που συνδυάζει «νάματα πολλαπλών μικρότερων πηγών».

Ωστόσο πριν από αυτές τις επισημάνσεις, ο Ηπειρώτης λόγιος και καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας Χριστόφορος Φιλητάς είχε συνδέσει τον Ερωτόκριτο με το γαλλικό πεζό μυθιστόρημα Paris et Vienne του Pierre de la Cypède. Δυστυχώς τα τετράδια με τις σημειώσεις του δεν εκδόθηκαν ποτέ, φυλάσσονται όμως σήμερα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Το 1935 ο Ρουμάνος N. Cartojan διατύπωσε εντύπως την άποψη ότι ο Ερωτόκριτος συνδέεται με το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne και τις ιταλικές μεταφράσεις του. Το γαλλικό έργο τυπώθηκε στα 1487 και μέχρι το τέλος του 16ου αι. είχε μεταφραστεί σε έντεκα γλώσσες. Από τις συνολικά δεκατρείς διασκευές στα ιταλικά τυπώθηκαν μόνο τρεις: Μία πεζή και δύο έμμετρες, οι οποίες, μαζί με μια λατινική διασκευή του 1516, αποτελούν το σώμα των κειμένων που μελετώνται ως προς το βαθμό επίδρασής τους πάνω στον Ερωτόκριτο.

Κοινό τόπο όλης της έρευνας αποτελεί η διαπίστωση ότι ο Κορνάρος αντιμετώπισε το πρότυπό του με ανανεωτική και δημιουργική διάθεση. Αναμειγνύει τολμηρά τα λογοτεχνικά είδη εισάγοντας τον διάλογο, ορίζοντας πέντε πράξεις και ενισχύοντας τη θεατρικότητα του έργου. Απλοποιεί την πλοκή και αφαιρεί παρέμβλητα επεισόδια. Εξυφαίνει τους χαρακτήρες και τα συναισθήματα των ηρώων με μοναδικό βάθος, λεπτομέρεια και αρτιότητα. Αφαιρεί το χριστιανικό στοιχείο και υιοθετεί μια πιο φιλοσοφική αντιμετώπιση του κόσμου. Προτείνει ορθολογικές εξηγήσεις για τα φυσικά φαινόμενα και χρησιμοποιεί μια γλώσσα καθαρή και ζωντανή. Κυρίως όμως, δημιουργεί μέσα από τους αναχρονισμούς και τα αναμεμειγμένα λογοτεχνικά θέματα, έναν εξιδανικευμένο μυθικό ποιητικό κόσμο που βασίζεται από τη μία στη μεσαιωνική παράδοση και από την άλλη κλείνει μέσα του τη δροσιά και την τόλμη της Αναγέννησης.